25/1/14

Έκδοση Γραμματοσήμων Λαϊκά Μουσικά Όργανα-Version Stamps Folk Musical Instruments

Έκδοση "Λαϊκά Μουσικά Όργανα"
Η Σχεδίαση-προσαρμογή έγινε από τον Π. Γράββαλο η εκτύπωση έγινε τον Δεκέμβριο του 1975 στο τυπογραφείο Ασπιώτη ΕΛΚΑ.


1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Ποντιακή λύρα)
Η Ποντιακή λύρα είναι το κατ΄ εξοχήν μουσικό λαϊκό όργανο των Ελλήνων του Πόντου που ανήκει στην κατηγορία των εγχόρδων τοξοτών μουσικών οργάνων, δηλαδή που χειρίζονται με τόξο (κοινώς δοξάρι, ποντιακά: τοξάρ). Το μήκος του κυμαίνεται από 55 μέχρι 60 εκατοστά.Η ποντιακή λύρα είναι ένα τρίχορδο πλήρες μουσικό όργανο στη κατηγορία του και για τους σκοπούς που χρησιμοποιείται. Χορδίζεται «κατά τέταρτα» και συνοδεύει τραγούδι και χορό. Διακρίνεται από τη μοναδικότητα της φιαλόσχημης μορφής του με μακρύ λαιμό και στενόμακρο ηχείο, που φέρεται να μην έχει αλλάξει από την πρώτη του εμφάνιση. Κατά κανόνα ο τρόπος χειρισμού, παιξίματος της παρουσιάζει χαρακτηριστικά στοιχεία βυζαντινής προέλευσης.










1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Κρητική λύρα)
Η λύρα είναι ένα έγχορδο μουσικό όργανο, γνωστό για τη χρήση του στην Κλασική Αρχαιότητα.Η λύρα της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Κλασικής Αρχαιότητας συνόδευε την απαγγελία στίχων. Αν και γενικά πιστευόταν ότι την κατασκεύασε πρώτος ο Θεός Απόλλωνας, σύμφωνα με τη μυθολογία, εφευρέτης της θεωρείται ο Θεός Ερμής. Η λύρα της κλασικής αρχαιότητας είναι παρόμοια σε εμφάνιση με μικρή άρπα, αλλά με ορισμένες διαφορές. Αποτελούνταν από το αντηχείο, τους δύο βραχίονες και το ζυγό. Παιζόταν με τα χέρια με χρήση πένας (πλήκτρο), σαν κιθάρα ή σαντούρι, και όχι σαν άρπα. Τα δάκτυλα του ελεύθερου χεριού φιμώνουν τις ανεπιθύμητες συμβολοσειρές στην απήχηση.Αρχικά είχε 7 ή 8 χορδές, η καθεμιά από τις οποίες είχε κι ένα ιδιαίτερο όνομα. Ο ήχος της έμοιαζε με αυτόν της κιθάρας, αν και ήταν ξερός. Αργότερα εμφανίστηκαν και εννιαχορδες λύρες. Ερευνητές από το ΤΕΙ Κρήτης, τμήμα Μηχανικών Μουσικής Τεχνολογίας και Ακουστικής, κατέγραψαν για πρώτη φορά τις ακουστικές δυνατότητες της αρχαίας λύρας χέλυς που συνόδευε τους αρχαίους Έλληνες αοιδούς





1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Λαγούτο)
Το λαούτο ή λαγούτο, είναι έγχορδο όργανο, που στην ελληνική παραδοσιακή μουσική χρησιμοποιείται κυρίως σαν συνοδεία σε βιολί, λύρα ή άλλα όργανα. Το λαούτο αποτελεί σύνθεση στοιχείων από την αρχαιοελληνική πανδούρα (μακρύ χέρι). Συγγενεύει με το ούτι αλλά έχει μεγαλύτερο μπράτσο. Κουρδίζεται Μι λα ρε σολ, από κάτω προς τα πάνω. Είναι όργανο υποτιμημένο, ιδιαίτερα στις στεργιανές περιοχές -χρησιμοποιείται όμως αρκετά στα νησιά- παρόλα αυτά οι δυνατότητές του είναι πολύ μεγάλες. Ο δεξιοτέχνης του λαούτου Χρήστος Ζώτος συνέβαλλε στην ανάδειξη του λαούτου δημιουργώντας μια δική του τεχνική. Η χρήση του είναι πολύ διαδεδομένη στην Κρήτη, όπου και συνοδεύει συνήθως την λύρα. Πολλές φορές όμως, το συναντάμε και μόνο του ή σε ζευγάρια.
















1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Λατέρνα)
Αυτόματο μουσικό όργανο
Η αστείρευτη επιθυμία του κόσμου να ακούσει μουσική με μαζικό τρόπο, φθηνά και εύκολα χωρίς περιορισμούς οδήγησε από πολύ παλιά (14ο αιώνα και ίσως και νωρίτερα) στην κατασκευή των περίφημων αυτομάτων μουσικών οργάνων κομμάτι των οποίων είναι και η γνωστή μας λατέρνα.Πολύπλοκες κατασκευές γεμάτες φαντασία, εφευρετικότητα και πρωτότυπες ιδέες σηματοδότησαν μια περίοδο που ξεκίνησε στην Αναγέννηση αρχίζοντας με το απλό μουσικό ρολόι και φθάνοντας  στο αποκορύφωμά τους στη βιομηχανική επανάσταση.







1975 Έκδοση
 Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Ντέφι)
Το ντέφι είναι μουσικό όργανο που ανήκει την οικογένεια των κρουστών και αποτελείται από μια μεμβράνη στερεωμένη σε ένα κυκλικό τελάρο και διάφορα ζεύγη από μέταλλο που κουδουνίζουν. Τα περισσότερα ντέφια που βλέπει κανείς σήμερα στη δυτική λαϊκή μουσική είναι χωρίς τη μεμβράνη. Το ντέφι παίζεται με διάφορους τρόπους: Κρατώντας το ή στερεώνοντάς το σε μια βάση, κτυπώντας το με το χέρι ή κάποιο ξύλο, κουνώντας το, ή κτυπώντας το στο πόδι. Συναντάται σε διάφορα είδη μουσικής: Αρχαία ελληνική και λαϊκή μουσική, κλασική μουσική, περσική μουσική, γκόσπελ, ποπ και ροκ.




















1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Γκάιντα)
Η Τσαμπούνα είναι ο νησιώτικος τύπος του ελληνικού άσκαυλου. Ο αντίστοιχος της στεριανής Ελλάδας είναι η Γκάιντα. Από νησί σε νησί συναντάμε διάφορες παραλλαγές της ονομασίας του οργάνου, όπως Σαμπούνα στην Άνδρο, Ασκούμασταν στην Κρήτη, Τσαμπουνοφυλάκα στην Ικαρία. Η Τσαμπούνα κατασκευάζεται από τον ίδιο τον οργανοπαίκτη και αποτελείται από τα τρία μέρη: Το ασκί, το επιστόμιο και τη συσκευή παραγωγής ήχου, την Τσαμπούνα.










1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Νταούλια)
Το Νταούλι, αλλιώς Νταβούλι ή Ταβούλι ή Τύμπανο, αποτελείται από ένα κυλινδρικό ηχείο με δύο μεμβράνες. Ανήκει στην κατηγορία των μεμβρανόφωνων οργάνων και τα υλικά κατασκευής του είναι το ξύλο, το δέρμα και το σχοινί. Η διάμετρος του είναι στα 0,25 μ. - 1 μ και το ύψος του στα 0,20 μ. - 0,60 μ.
















1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Κανονάκι)
Το Κανονάκι στην πρώιμη μορφή του εντοπίζεται πριν από τους αρχαιοελληνικούς κλασικούς χρόνους στον ασιατικό χώρο. Κατά τα μεσαιωνικά χρόνια, ήταν γνωστό με την ονομασία Ψαλτήριο, ενώ αρκετές πληροφορίες για το συγκεκριμένο όργανο καταγράφονται από χειρόγραφα και τοιχογραφίες εκκλησιών της βυζαντινής και μεταβυζαντινής εποχής.










1975 Έκδοση Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Φλογέρες και Πίπιζες)
Η φλογέρα είναι ένα όργανο τύπου φλάουτου. Είναι κυλινδρικού σχήματος, ανοικτό και στα δύο άκρα, συνήθως με έξι τρύπες κατά μήκος. Κατασκευάζεται από ποικίλα υλικά (καλάμι, ξύλο, μπρούντζο, σίδερο, κόκαλο, πλαστικό) και σε διάφορα μεγέθη (15-85εκ.). Η φλογέρα έως 50 εκ. έχει συνήθως 6 τρύπες μπροστά, σε ίση απόσταση η μία με την άλλη, ή 6 τρύπες μπροστά και 1 πίσω για τον αντίχειρα. Η μακριά φλογέρα που είναι από 60 έως 85εκ
















1975  Έκδοση Λαϊκά Μουσικά Όργανα
 (Βυζαντινοί μουσικοί)
1975  Έκδοση Λαϊκά Μουσικά Όργανα (Θρησκευτικοί Ύμνοι)


















1975 Έκδοση  Λαϊκά Μουσικά Όργανα
(Κιθαρωδός)


Πρώτη μέρα κυκλοφορίας ΕΛΤΑ
Πρώτη μέρα κυκλοφορίας ΕΛΤΑ